δηρόβιος

δηρόβῐος, [dialect] Dor. [pref] δᾱρ-, ον,
A long-lived,

θεοί A.Th.524

(lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δηρόβιος — και δωρ. τ. δαρόβιος ον (Α) αιωνόβιος, μακροχρόνιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < δηρός + βίος] …   Dictionary of Greek

  • βίος — ο και βιος, το (AM βίος, ο) 1. η ανθρώπινη ζωή 2. ο τρόπος που ζει κανείς («αμέριμνος βίος», «ταλαίπωρος βίος») 3. ο χρόνος, η διάρκεια της ζωής 4. η εξιστόρηση της ζωής κάποιου, η βιογραφία 5. τα αγαθά, τα υπάρχοντα 6. ο πλούτος νεοελλ. 1. η… …   Dictionary of Greek

  • δαροβίοις — δᾱροβίοις , δηρόβιος long lived masc/fem/neut dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαροβίοισι — δᾱροβίοισι , δηρόβιος long lived masc/fem/neut dat pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.